αἱρεσιάρχῃ

αἱρεσιάρχης
leader of a school
masc dat sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιρεσιαρχικός — ή, ό [αιρεσιάρχης] 1. αυτός που αναφέρεται στον αιρεσιάρχη ή στην αιρεσιαρχία 2. αυτός που τείνει στη δημιουργία αιρέσεως, νεωτεριστικός, επαναστατικός …   Dictionary of Greek

  • αλέξανδρος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Άλλο όνομα του Πάρη που του δόθηκε επειδή, όταν ήταν μικρός, βοήθησε στη διάσωση των κοπαδιών από επιδρομή ληστών «αλεξήσας ποίμνια», παρέχοντας δηλαδή σε αυτά προστασία. 2. Γιος του Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε στον… …   Dictionary of Greek

  • ερμογενιασταί — ἑρμογενιασταί, oἱ (Μ) [Ερμογένης] οπαδοί τού αιρεσιάρχη Ερμογένη …   Dictionary of Greek

  • πάμπληξ — πάμπληξ, ηγος, ὁ (Μ) (για τον αιρεσιάρχη Νεστόριο) αυτός που έχει καταληφθεί εντελώς από μανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + πλήξ, ῆγος (< πλήττω*), πρβλ. οιστρο πλήξ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.